Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Το σπίτι στο τέλος του δρόμου

Ένα βροχερό βράδυ του Σεπτέμβρη ακολούθησε τον δρόμο που κάποτε περπατούσαν μαζί. Όλα είχαν αλλάξει. Τα μαγαζιά που ψώνιζαν ήταν άδεια, δεν είχαν δώρα που μπορούσε να της αγοράσει, οι βιτρίνες τους ήταν βαρετές και βρώμικες, δεν τις κοίταζε πια μαζί της. Η πλατεία αχανής και αποκρουστική, γεμάτη κόσμο που πια δεν ήξερε. Στάθηκε για λίγο στο πάνω μέρος της, εκεί που την περίμενε συνήθως πριν πάνε για βόλτα, για καφέ, ή στη σχολή. Το λεωφορείο έφτασε γρήγορα, αλλά άφησε σώματα με πρόσωπα θολά, αδιάφορα. Συνέχισε προς τον πεζόδρομο με γρήγορο βήμα, χωρίς να κοιτάξει στους καθρέπτες το αξύριστο πρόσωπό του. Προσπέρασε το κομμωτήριο που κάποτε έκοβε τα μαλλιά του, την κρεπερί και την παλιά καφετέρια που είχε πριν χρόνια στέκι και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Ποτέ δεν τον κούραζαν τόσο. Στο τέλος τους, έστριψε δεξιά και μετά αριστερά.

Είχε σχεδόν ξεχάσει το μικρό πάρκο. Προχώρησε προς ένα απ'τα παγκάκια και το ακούμπησε. Ένας άντρας τον κοίταζε περίεργα από ένα απ'τα μπαλκόνια της διπλανής πολυκατοικίας. Επέστρεψε στο δρόμο και έστριψε 2 στενά πιο κάτω. Χαμογέλασε όταν έφτανε κοντά στο σπίτι. Θυμήθηκε την έκπληξη στο βλέμμα της όταν ένα απόγευμα σε εκείνο το δρόμο είχε εμφανιστεί πίσω της χωρίς να τον περιμένει.
Όχι, δεν σταμάτησε να πονάει γι'αυτό που έχασε. Την έβλεπε ακόμα όπως την είχε αφήσει τότε, στα όνειρά του. Ίσως και να είχε γίνει εκεί ιδανική, όπως την φανταζόταν όταν αντάλλαξαν το πρώτο τους φιλί, στη σχολή. Η ανάμνηση της με τον καιρό, αντί να ξεθωριάζει και να θολώνει ζωντάνευε, έπαιρνε πιο ζωηρά χρώματα, γλύκαινε, λες και υπάκουε σε άλλους νόμους από τις παλιές φωτογραφίες. Όλα τα σκοτεινά σημεία της είχαν φύγει, και μαζί με αυτά και τα δικά του, οι τύψεις του.

Δεν θα ήταν πια δικιά του σε κανένα σύμπαν, το είχε αποδεχτεί, τα χρόνια τον βοήθησαν. Δεν θα της επηρέαζε τη ζωή πια, ούτε αυτή τη δική του. Απορούσε ακόμα πως γίνεται αυτό, αφού του την είχε επηρεάσει με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι για πάντα η μόνη που θα μπορεί να το κάνει. Έδιωξε την σκέψη γρήγορα.
Δεν ήταν πια ένας απ'τους λόγους που έδιωχναν τη μελαγχολία απ'το βλέμμα της, που σχημάτιζαν το χαμόγελο στα χείλη της. Τα χείλη του δεν θα ξανάβρισκαν ταίρι τόσο
ταιριαστό, δεν θα ακουμπούσαν ξανά εκείνα που του έμαθαν να φιλάει ακολουθώντας τα βήματά τους. Κανένα πρωινό δεν θα ξύπναγε τόσο πλήρης, έτοιμος να αλλάξει τον κόσμο, μόνο πλάι της ήταν τόσο ικανός. Ο κόσμος θα ντυνόταν ξανά με τα μουντά χρώματά του, δεν θα τον ομόρφαινε πια η προσμονή του να την συναντήσει για μια ακόμη φορά. Κανένας έρωτας δεν θα τον έκανε να κλάψει, όσο κι αν προσπαθούσαν, όσο κι αν τον πλήγωναν. Το ήξερε.
Ήθελε όμως να την ακολουθεί. Ήθελε να ξέρει τις λύπες και τις χαρές της, τα μελαγχολικά της απογεύματα. Δεν το άξιζε αλλά το ζήτησε, το φώναξε, φτάνοντας τελικά κάτω απ'το παράθυρό της.
Εκείνη άνοιξε και κρατώντας απόσταση ασφαλείας από αυτόν που την πλήγωσε, του πέταξε ένα σχοινί και επέστρεψε μέσα. Δεν το έφτανε, αλλά είχε ελπίδες αν προσπαθούσε λίγο ακόμα. Σηκώθηκε στις μύτες και κοίταξε μέσα
απ'το παράθυρο. Το σπίτι της ήταν γεμάτο με κόσμο που γελούσε δυνατά, μαζί τους κι αυτή. Κάποιοι τύποι κάθονταν στην γωνία χωρίς να μιλάνε, σαν να μην είχαν θέση πια στο πάρτυ και κάποιοι άλλοι πήγαιναν προς την πόρτα. Ένας την πλησίασε και της μίλησε χαμογελαστά και εκείνη του απάντησε με το πρόσωπό της να φωτίζεται. Δεν την είχε δει ποτέ τόσο χαρούμενη, ούτε όταν ήταν μαζί. Μετά από λίγα λεπτά κατάφερε να πιάσει το σχοινί. Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν ήξερε αν έκρυβε χαρά ή λύπη. Της χαμογέλασε και το άφησε να του πέσει από τα χέρια. Γύρισε πλάτη προς το σπίτι και άρχισε το δρόμο της επιστροφής.
"Σε θυμάμαι", του φώναξε αυτή. Χωρίς να την κοιτάξει, ψιθύρισε: "Σ'αγαπώ".